προσορμίζω

προσορμίζω
μετ.
1) вводить в бухту; 2) швартовать, причаливать;

προσορμίζομαι — швартоваться, причаливать, приставать (к берегу)


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "προσορμίζω" в других словарях:

  • προσορμίζω — προσορμίζω, προσόρμισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • προσορμίζω — προσορμίζομαι pres subj act 1st sg προσορμίζομαι pres ind act 1st sg προσορμίζω bring pres subj act 1st sg προσορμίζω bring pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσορμίζω — ΝΑ [ὁρμίζω] 1. οδηγώ πλοίο σε όρμο, λιμάνι, όπου και τό αγκυροβολώ 2. (μέσ. και παθ.) προσορμίζομαι εισέρχομαι σε όρμο για αγκυροβοληση, προσεγγίζω το λιμάνι και αγκυροβολώ …   Dictionary of Greek

  • προσορμίζω — προσόρμισα, προσορμίστηκα 1. μτβ., βάζω πλοίο μέσα σε όρμο, αράζω. 2. αμτβ., προσορμίζομαι, μπαίνω σε όρμο, σε λιμάνι, αγκυροβολώ, αλλ. αράζω: Το πλοίο θα προσορμιστεί σε λίγο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προσορμίσω — προσορμίζομαι aor subj act 1st sg προσορμίζομαι fut ind act 1st sg προσορμίζομαι aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) προσορμίζω bring aor subj act 1st sg προσορμίζω bring fut ind act 1st sg προσορμίζω bring aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσορμίσῃ — προσορμίσηι , προσόρμισις coming to anchor fem dat sg (epic) προσορμίζομαι aor subj mid 2nd sg προσορμίζομαι aor subj act 3rd sg προσορμίζομαι fut ind mid 2nd sg προσορμίζω bring aor subj mid 2nd sg προσορμίζω bring aor subj act 3rd sg προσορμίζω …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσόρμιση — η / προσόρμισις, ίσεως, ΝΜΑ [προσορμίζω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού προσορμίζω, η αγκυροβολία ενός πλοίου στις υπήνεμες περιοχές ενός όρμου μσν. προσέγγιση …   Dictionary of Greek

  • συνορμίζω — Α προσορμίζω συγχρόνως («συνορμίσαντες τὰς ναῡς ἐμάχοντο ἐπιπλέουσι τοῑς ἐναντίοις», Ξεν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ὁρμίζω «προσορμίζω, ελλιμενίζω»] …   Dictionary of Greek

  • προσορμιζομένας — προσορμιζομένᾱς , προσορμίζομαι pres part mp fem acc pl προσορμιζομένᾱς , προσορμίζομαι pres part mp fem gen sg (doric aeolic) προσορμιζομένᾱς , προσορμίζω bring pres part mp fem acc pl προσορμιζομένᾱς , προσορμίζω bring pres part mp fem gen… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσορμιζομένων — προσορμίζομαι pres part mp fem gen pl προσορμίζομαι pres part mp masc/neut gen pl προσορμίζω bring pres part mp fem gen pl προσορμίζω bring pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσορμιζούσας — προσορμιζούσᾱς , προσορμίζομαι pres part act fem acc pl (attic epic doric ionic) προσορμιζούσᾱς , προσορμίζομαι pres part act fem gen sg (doric) προσορμιζούσᾱς , προσορμίζω bring pres part act fem acc pl (attic epic doric ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»